Fun Games Παιχνίδια
<

Schumi. uber alles

O μίστερ Formula 1 πάρκαρε για τελευταία φορά το μονοθέσιό του

Επιμέλεια: Ανδρέας Αθανασούλης, Γιάννης Μποσινάκης

Πολλές φορές στο άκουσμα μιας λέξης, μια εικόνα κατακλύζει το μυαλό του ακροατή, αναγνώστη ή τηλεθεατή. Το σίγουρο είναι ότι μετά τη λέξη πρωταθλητής ή τη λέξη μύθος, ταχύτητα και formula 1 η πρώτη εικόνα που έρχεται στη μνήμη είναι ένα κόκκινο μονοθέσιο. Ένα μονοθέσιο με ένα Γερμανό στο τιμόνι, να περνά σαν τον άνεμο, να σκίζει τις πίστες, να ανοίγει σαμπάνιες και να σηκώνει κύπελλα. Η κόκκινη λαίλαπα δεν είναι άλλος από το Γερμανό σίφουνα Μίκαελ Σουμάχερ. Ότι καλύτερο - κατά πολλούς - έχει δείξει μέχρι τώρα ο μηχανοκίνητος και όχι μόνο αθλητισμός. Ο άνθρωπος των ρεκόρ έδωσε τέλος στην λαμπρή καριέρα του, βάζοντας τους απανταχού δημοσιογράφους να ξοδέψουν τόνους μελάνης, για να μπορέσουν να περιγράψουν τα κατορθώματά του, ούτως ώστε να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.

 

Το ταλέντο ξεδιπλώνεται

Δεν είχαν περάσει παρά μόνο τρεις ημέρες από την έλευση του Σωτήριου έτους 1969. Αυτή την ημέρα, σε μία μικρή Γερμανική κωμόπολη, το Χιρτ - Χερμιλχάιμ, έμελλε να γεννηθεί ένας ΜΥΘΟΣ. Και το όνομα αυτού, Μίκαελ Σουμάχερ.  Γόνος μιας φτωχής οικογένειας, με τον πατέρα του να κάνει δύο δουλείες για να ανταπεξέλθει και την μητέρα του να εργάζεται σε καντίνα, κατάφερε να αποτελέσει την εξαίρεση στο άθλημα των πλουσίων, όπως θεωρείται η Formula 1.

H πρώτη του επαφή με τον χώρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού,  ήρθε σε ηλικία τεσσεράμισι ετών. Έτρεξε με ένα αυτοσχέδιο καρτ, που κατασκεύασε ο πατέρας του Ρολφ. Ο μικρός Μίκαελ πήρε από την αρχή τα μέτρα του μικρού μονοθεσίου και ο πρώτος τίτλος δεν άργησε να έρθει. Σε ηλικία έξι ετών κέρδισε το πρωτάθλημα καρτ. 
Οι γονείς του, αναγνωρίζουν το τεράστιο ταλέντο του Μίκαελ, αλλά η οικονομική τους κατάσταση δεν τους επιτρέπει να στηρίξουν την προσπάθεια του. Τα εντυπωσιακά αποτελέσματα του μικρού, κεντρίζουν το ενδιαφέρον πλούσιων προσώπων, που πείθονται για το ταλέντο του και αναλαμβάνουν την χορηγία του.

Σε ηλικία δεκαπέντε ετών κυριαρχεί στον χώρο των καρτ, κερδίζοντας μια σειρά πρωταθλημάτων, τόσο στην Γερμανία όσο και στην Ευρώπη. Το 1987, όντας πρωταθλητής Γερμανίας και Ευρώπης στα καρτ, σταματάει το σχολείο και αρχίζει να εργάζεται ως μηχανικός αυτοκινήτων. Στα επόμενα χρόνια και  έως το 1991, λαμβάνει μέρος σε διάφορα πρωταθλήματα, όπως η Γερμανική Formula 3 και η Formula 3000 της Ιαπωνίας, στα οποία σημειώνει σημαντικές επιτυχίες.

 

Η αρχή του «ΜΥΘΟΥ»

Το ντεμπούτο του Μίκαελ Σουμάχερ στην Formula 1, έλαβε χώρα στην πίστα του Σιλβερστόουν στην Αγγλία το 1991, με την ομάδα της Τζόρνταν . Ο «Σούμι», όπως τον αποκαλούν χαϊδευτικά, άφησε άφωνο τον Έντι Τζόρνταν, με επιδόσεις του στα ανεπίσημα δοκιμαστικά, αναγκάζοντας τον να του προσφέρει το πρώτο του συμβόλαιο. Ο μικρός Μίκαελ, κατατάσσετε έβδομος στα επίσημα δοκιμαστικά, η καλύτερη θέση για την ομάδα του εκείνη την σεζόν. Ένα  πρόβλημα στον συμπλέκτη του μονοθεσίου του όμως, δεν τον αφήνει να ολοκληρώσει το εντυπωσιακό του ντεμπούτο, αναγκάζοντας τον να εγκαταλείψει τον αγώνα από τον πρώτο κιόλας γύρο.

Παρά την ατυχία του στον αγώνα, το εντυπωσιακό του ντεμπούτο δεν άφησε ασυγκίνητους τους ανθρώπους των ομάδων της Formula 1. Η ομάδα της  Βeneton - Ford, του δίνει θέση βασικού οδηγού από τον επόμενο κιόλας αγώνα και ο Σούμι υπογράφει στους Γάλλους, προκαλώντας την έντονη δυσαρέσκεια των ανθρώπων της Τζόρνταν, που υποστήριζαν, ότι η Beneton «έκλεψε» τον οδηγό ενώ αυτός δεσμεύονταν με συμβόλαιο. Ο Σουμάχερ δικαιώνει τους ανθρώπους της ομάδας του για την επιλογή τους, σημειώνοντας την παρθενική του νίκη σε μία από τις δυσκολότερες πίστες του πρωταθλήματος, την πίστα του Spa στο Βέλγιο.

Η πρώτη εντυπωσιακή σεζόν για τον Σουμάχερ ήρθε το 1992. Ο Γερμανός, οδηγώντας το μονοθέσιο της Μπένετον, καταλαμβάνει την τρίτη θέση στο πρωτάθλημα οδηγών, αφήνοντας πίσω του, τον μεγάλο Άιρτον Σένα. Το 1993 είναι μία μέτρια χρονιά για τον Σούμι. Ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η ομάδα κατάφεραν ανταποκριθούν στις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο ιστορικό έτος 1994. Ιστορικό, όχι μόνο για τον Μίκαελ Σουμάχερ, αλλά για όλη την Formula 1. Το τραγικό εκείνο διήμερο του Γκραν Πρι της Ίμολα, που είχε σαν συνέπεια τον θάνατο του Ρόλαντ Ράτσενμπεργκερ στα επίσημα δοκιμαστικά (ανεπάρκεια προστατευτικών μπαρών) και του Άιρτον Σένα στην διάρκεια του αγώνα (ποτέ δεν μάθαμε το πώς και το γιατί), άνοιξε τον δρόμο στον 25 χρόνο Γερμανό, για το πρώτο πρωτάθλημα της καριέρας του στην F1. Πολύ ήταν εκείνοι  που υποστήριζαν, ότι αν δεν είχαν συμβεί όλα αυτά στην Ίμολα, ο Σουμάχερ δεν θα κατακτούσε τον τίτλο. Η πορεία όμως του Γερμανού  ήρθε να τους διαψεύσει με τον πλέον εμφαντικό τρόπο.

Η συνέχεια για τον Σουμάχερ ήταν ανάλογη. Μπορεί το μονοθέσιο της Beneton να υστερούσε έναντι αυτού της Williams, αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Γερμανό να κατακτήσει τον δεύτερο συνεχόμενο τίτλο του, με διαφορά 33 βαθμών από τον δεύτερο της κατάταξης Ντέιμον Χιλ. Σε συνδυασμό μάλιστα με την πρώτη θέση της ομάδας του στο πρωτάθλημα κατασκευαστών, έγινε ο νεότερος οδηγός στην ιστορία της F1 που κατέκτησε το νταμπλ, ένα ρεκόρ που κατέρριψε το 2006 ο Ισπανός Φερνάντο Αλόνσο.

 

Η «κόκκινη» αυτοκρατορία

Το 1996 ο Γερμανός πιλότος πήρε μεταγραφή για τη Ferrari και τερμάτισε στην τρίτη θέση της κατάταξης των οδηγών, πίσω από τους δύο της Williams Ζακ Βιλνέβ και Ντέιμον Χιλ, ανοίγοντας. σαμπάνια σε Ισπανία, Βέλγιο και Ιταλία.

Την επόμενη χρονιά ο «Σούμι» έχασε τον τίτλο στο παρά. ένα, αφού στον τελευταίο αγώνα εγκατέλειψε και παρότι προηγούνταν στη βαθμολογία δεν κατόρθωσε να σηκώσει την κούπα. Το σκηνικό δεν άλλαξε ούτε το 1998. Οι κανόνες της Formula 1 έγιναν πιο ευνοϊκοί για τα ελαστικά της Bridgestone, παρά γι αυτά της Goodyear με αποτέλεσμα το μονοθέσιο του Γερμανού να υστερεί σε σχέση με αυτά της McLaren. Παρά το δυσοίωνο ξεκίνημα ο «Μιχαλάκης» κατάφερε να κόψει πρώτος την καρό σημαία του τερματισμού έξι φορές. Οι κακές γλώσσες, πάντως, λένε ότι στο συγκεκριμένο πρωτάθλημα ο «Σούμι» θα μπορούσε να βγει πρωταθλητής, αν ο Ντέιβιντ Κούλθαρντ, οδηγός της McLaren, δεν είχε «προκαλέσει» την εγκατάλειψή του στο Γκραν Πρι του Βελγίου.

Το 1999 η ατυχία χτύπησε την πόρτα του Σουμάχερ και ο Γερμανός έσπασε το πόδι του στο Βέλγιο, πράγμα που τον έβγαλε εκτός διεκδίκησης του τίτλου. Ωστόσο, οι πολύτιμοι βαθμοί που μάζεψε για λογαριασμό της Ferrari, έδωσαν στη «Scuderia» τον τίτλο στους κατασκευαστές.

Έπειτα από τόσες απανωτές ατυχίες, ο Μίκαελ Σουμάχερ οδήγησε το 2000 αποφασισμένος να πάρει την πρώτη κούπα της νέας χιλιετίας. Μετά από ένα «μαραθώνιο» γεμάτο από εντυπωσιακές μονομαχίες και εκπληκτικά Γκραν Πρι, ο Γερμανός άφησε πίσω του τόσο τον Μίκα Χάκινεν, όσο και τους υπόλοιπους οδηγούς, κατακτώντας το τρίτο τρόπαιο της καριέρας του, χαρίζοντας εκ νέου την κορυφή στη Ferrari, μετά το 1979. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σουμάχερ τη συγκεκριμένη χρονιά ισοφάρισε και στη συνέχεια ξεπέρασε το ρεκόρ νικών του Άιρτον Σένα, που άγγιζαν τις σαράντα μία.

Το 2001 δεν είχε να ζηλέψει τίποτα από το προηγούμενο έτος. Με κυριότερους αντιπάλους τους Κούλθαρντ και Χάκινεν της McLaren, τον αδερφό του Ραλφ και τον πρωτοεμφανιζόμενο Χουάν Πάμπλο Μοντόγια της Williams, που πήραν από μια νίκη, ο Σουμάχερ δεν δυσκολεύτηκε να κατακτήσει τον τέταρτο προσωπικό του τίτλο. Ο οδηγός της «Scuderia» πέτυχε εννέα νίκες φτάνοντας άλλο ένα ρεκόρ, που κατείχε ο Νάιτζελ Μάνσελ, ενώ στέφθηκε και μαθηματικά πρωταθλητής τέσσερις αγώνες πριν τη λήξη τη σεζόν. Στην ιστορία έμεινε επίσης το Γκραν Πρι του Καναδά, στο οποίο ο Ραλφ πήρε τη νίκη και ο Μίκαελ τη δεύτερη θέση, πράγμα που σημαίνει ότι για πρώτη φορά δύο αδέρφια κάνουν το 1-2 σε αγώνα Formula 1. Άλλο ένα αξιοσημείωτο γεγονός της συγκεκριμένης χρονιάς είναι ότι στο Βέλγιο ο Σουμάχερ πέτυχε την 52η νίκη του, αφήνοντας πίσω και άλλον ένα θρύλο του αθλήματος, τον Αλέν Προστ.

Το πιο εύκολο πρωτάθλημα είναι αυτό του 2002, όταν ο Σουμάχερ έφτασε στον πέμπτο τίτλο ισοφαρίζοντας τον Χουάν Μανουέλ Φάντζιο. Την ίδια χρονιά η Ferrari κατέκτησε 15 νίκες από τις 17, με τον «Σούμι» να της χαρίζει 11, αριθμό ρεκόρ, ενώ στο βάθρο των νικητών ανέβηκε σε όλα τα Γκραν Πρι.

Το 2003 τα πράγματα δεν άλλαξαν, αλλά ο Σουμάχερ δυσκολεύτηκε να σηκώσει τον έκτο τίτλο της καριέρας του. Οι έξι νίκες ήταν τελικά αρκετές για τον Γερμανό, ο οποίος αφού άφησε εκτός διεκδίκησης τον Ραλφ και τον Μοντόγια, έκανε το αποφασιστικό βήμα στην Ιαπωνία, ξεπερνώντας και το φιλανδικό εμπόδιο, που άκουγε στο όνομα, Κίμι Ραϊκόνεν.

Η κυριαρχία του διδύμου Σουμάχερ - Ferrari συνεχίστηκε και το 2004. Τα ρεκόρ έσπαγαν το ένα μετά το άλλο. Το έβδομο πρωτάθλημα, οι 148 βαθμοί σε μια σεζόν οι 13 νίκες σε 18 Γκραν Πρι ήταν πλέον κτήμα του μύθου Μίκαελ Σουμάχερ, του ανθρώπου που συνέδεσε το όνομα του με την ταχύτητα, τα ρεκόρ και τα πρωτεία.

 

Το τέλος

Το 2005 το σκηνικό στην Formula 1 άλλαξε άρδην. Ο Ισπανός οδηγός Φερνάντο Αλόνσο κάνει την εμφάνισή του στην άσφαλτο και επωφελείται από κάποιες συγκρούσεις - εγκαταλείψεις του Σουμάχερ για να σηκώσει το πρωτάθλημα.
Τα ελαστικά για ακόμη μια φορά παίζουν καθοριστικό ρόλο και αφήνουν το Σουμάχερ τρίτο να δηλώνει: «Είναι δύσκολο να κερδίσεις μια μάχη όταν δεν έχεις αντίστοιχα όπλα με τους αντιπάλους σου».

Η επόμενη χρονιά (αυτή που μόλις έλαβε τέλος) αποτελεί και το κύκνειο άσμα του γερμανικού φαινόμενου. Η χρονιά δεν άρχισε καλά. Ο «Σούμι» όμως σαν γνήσιος μαχητής άρχισε την αντεπίθεσή του. Πήρε την pole position σε Μπαχρέιν και Σαν Μαρίνο, φτάνοντας τις 66 και ξεπερνώντας σε άλλο ένα τομέα τον αξέχαστο Βραζιλιάνο Άιρτον Σένα. Η μάχη του τίτλου μύριζε μπαρούτι, αφού ο Σουμάχερ πέρασε τον Αλόνσο στη βαθμολογία. Η μοίρα όμως δεν ήταν με το μέρος του. Στον αγώνα του Σιλβερστόουν, δεκαέξι γύρους πριν το πέσιμο της καρό σημαίας και ενώ προπορεύονταν, ο κινητήρας της Ferrari έσβησε μαζί με τις περισσότερες ελπίδες του Σουμάχερ για πρωτάθλημα. Στην τελευταία του παράσταση οι πιθανότητες να πάρει τον τίτλο ήταν εις βάρος του. Το αποτέλεσμα ήταν ο Αλόνσο να κατακτήσει και πάλι τον τίτλο, αφήνοντας τον Σουμάχερ να παλεύει.